Μια φορά και ένα καιρό (καιρο ειχαμε ε?) ήταν ένα πουλί. Κίτρινο. Όλοι το έλεγαν καναρίνι, αλλά αυτο φωναζε, χτυπιότανε, κοπανιότανε πως δεν ήταν καναρίνι.
Δεν ειμαι, δεν ειμαι, ειμαι σπουργίτι που με βάψανε κίτρινο. Ελεγε και ξανά έλεγε αλλα κανεις δεν το άκουγε.
Όχι, του έλεγαν, είσαι ένα πολυ όμορφο καναρίνι, που έχεις όλη τη χάρη και την ομορφιά, που ξέρεις να κελαηδάς υπέροχα και είσαι το πιο απίθανο πουλί στη γη. Σου εχουμε ενα υπέροχο κλουβί για να σε θαυμάζουν όλοι και να σε καμαρώνουν. Εκεί θα είσαι ασφαλής και όλοι θα ζηλεύουν την τύχη σου!
Πω ρε πούστη μου, τι θα κάνω? Εχουν φάει κόλλημα όλοι ότι είμαι καναρίνι. Τι να κάνω να τους πείσω ότι δεν είμαι, τι να κάνω? Θα με κλείσουν στο κλουβί και τέλος όλα μετά. Ζωη θα είναι αυτή? Και η Σπουργιτίνα μου, πως θα ξαναδώ την Σπουργιτίνα μου?
Την άλλη μέρα το πρωί, ήρθαν δύο περιστέριαν να του ανακοινώσουν τα μαντάτα και επίσημα πλέον…
- Ελα καναρίνι, εχεις γράμμα. Και τι γράμμα! Απο το Υπουργείο Εσωτερικών Κλουβιών! Ποιος τη χαρη σου μεγάλε!
Το σπουργιτι κιτρινισε, πιο πολύ απ’ ότι ήταν ήδη. Κόντεψε να λιποθυμίσει μόλις τα είδε, όμως κρατώντας ψηλά το ράμφος του, κοντοστάθηκε και είπε:
- Ακου να σου πω βρωμοπεριστερο, να το γυρισεις πίσω. Και εσυ βλαμμενη περιστερου αμα με ξαναπεις καναρινι θα χεστουμε στο λεω. Να φύγετε ρε, να πάτε αλλού!
Τα περιστέρια, είχαν ήδη εντολή απο τον Υπουργο Εσωτερικών Κλουβιών, κ. Μαλακοπίτουρα, σε αυτην την περιπτωση να αφησουν το γραμμα οπωσδήποτε. Οπως και έκαναν.
Το σπουργίτι, φρικαρισμένο τελείως, το ανοιξε με τρεμάμενα νύχια. Και ηταν αυτο που φοβοταν. Ηταν επιστολη υποχρεωτικου εγκλεισμου στο πιο χρυσο κλουβι της Αθήνας, στην πλατεία Συντάγματος. Λιποθυμισε ακαριαια.
Μετα απο πολλά τσιμπιματα απο τα γυρω πουλιά, συνηλθε. Ανοιξε τα ματια του και ειπε:
- Θα με πιστεψετε, θα δειτε, δεν ειμαι καναρινι, θα δείτε!
Εμειναν ολοι σύξιλοι να τον κοιτανε. Αρχισαν τα ψιθυρίσματα… Δεν ειναι καλα αυτος, τρελο πουλι για δέσιμο και τα σχετικα.Πσου πσου, τσιου τσιου, τσιου, κρα κρα κλπ κλπ..
Την αλλη μερα το σπουργιτι, σχεδον ημιλιποθυμο, ανεβηκε στο πιο κεντρικο σύρμα της Δεη. Είχε ξύσει με το ράμφος του ολα τα πουπουλα, τα ειχε σχεδον ξεριζωσει, αίματα τρέχαν παντου, είχε γίνει σκατα. Ειχε ομως καταφερει να ξυσει 5-6 πουπουλα στα φτερά του χωρις να τα βγαλει, τοσα μονο καταφερε να κρατησει. Ομως αυτα τα 5-6 πουπουλα ηταν αρκετα, γιατι αυτα τα 5-6 πουπουλα ηταν πια γκρι…
Εβαλε ολη του τη δυναμη και εκανε ενα πολυ δυνατο τσιου. Μαζευτηκαν ολοι.
- Να πάτε να πείτε στον κ. Μαλακοπίτουρα να πάει να γαμηθεί. Εγω σε κλουβι δεν μπαίνω. Σπουργίτι γεννήθηκα, σπουργίτι θα πεθάνω.
Είπε, και όλοι χειροκρότησαν δυνατα.
Έτσι ξεπουπουλιασμένος και ματωμενος, αλλα με το ράμφος του ψηλά, πήρε απο το νύχι την κυρια Σπουργιτινα και φυγανε για μέρη μακρινά. Ίσα με τα σύρματα στην παραλιακή…























