- Θα σε ξαναδώ?
- Όχι Μούργε, δεν θέλω…
- Γιατί αγάπη μου?
Πήγε να την κρατήσει για ένα τελευταίο φιλί, όμως εκείνη τραβήχτηκε και κατέβηκε από το αμάξι.
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της, πέταξε τα κλειδιά στο τραπέζι και ξάπλωσε στο καναπέ. Ένιωθε πως είχε κλείσει οριστικά πια με αυτόν τον άντρα και πως δεν είχε τίποτα άλλο να δώσει και να πάρει.
Έπιασε το λαπτοπ, και κοίταξε τα εισερχόμενα. Ο Ισμαελ της είχε στείλει ακόμα ένα μειλ και σήμερα.
” Γεια σου μικρό, τι κάνεις? Πότε θα σε δω επιτέλους? Σε σκέφτομαι συνέχεια… Είσαι ότι ποθώ περισσότερο και σε θέλω εδώ, δίπλα μου, στο κρεβάτι μου… Γιατί με βασανίζεις? “
Τον Ισμαελ των γνώριζε ελάχιστα. Είχε μπει στη ζωή της, εντελώς ξαφνικά και την είχε ξεσηκώσει… Ήταν τόσο όμορφο για αυτήν να την πολιορκεί κάποιος και να της τονίζει την θυληκότητά της, την στιγμή που αυτή κόντευε να την ξεχάσει… Τον ήθελε πολύ, κάθε στιγμή τον σκεφτόταν, αλλά τρόμαζε να προχωρήσει έστω και λίγο μαζί του. Ήταν αληθινά όμορφος και αψεγάδιαστος, και ο τρόπος που της φερόταν μαρτυρούσε ένα άνθρωπο γεμάτο αυτοπεποίθεση και δυναμισμό. Αυτό όμως που δεν μπορούσε να διαχειριστεί ήταν το πόσο ξεκάθαρος ήταν απέναντι της. Της είχε από την πρώτη στιγμή δώσει να καταλάβει πως ενώ την γούσταρε όσο τίποτα, δεν ήθελε να μπλέξουν οι ζωές τους. Προτιμούσε να μένει απ’ έξω και να απολαμβάνει όπως, και για όσο αυτός ήθελε. Αυτό την τρόμαζε πολύ.
Η αλήθεια είναι πως είχε μάθει να ερωτεύεται και να πληγώνεται, κάτι που το θεωρούσε κομμάτι από τη ζωή της και λάτρευε να το ζει. Όμως πρώτη φορά ένιωθε πως κάποιος της το προεξοφλεί, τόσο ξεκάθαρα…
“Πρέπει να καταλάβεις κουκλάκι μου, δεν έχω αγαπήσει ποτέ αληθινά, νομίζω πως ούτε καν έχω ερωτευτεί… Δεν το αντέχω, με φοβίζει και κάπου εκεί φεύγω. Όμως σε θέλω, καταλαβαίνεις?”
Καταλάβαινε, τα πάντα καταλάβαινε… Θα μπορούσε να ήθελε να την εκμεταλλευτεί, να περάσει απλά καλά, να κάνει το κέφι του… Όμως η στάση του ήταν τόσο καθαρή που δεν θα μπορούσε να παρεξηγηθεί. Δεν της έταζε τίποτα. Δεν της υποσχόταν τίποτα. Για το μόνο που ορκιζόταν ήταν πως η έλξη του για αυτήν ήταν δυνατή σαν μαγνήτης. Και πως αυτό ήθελε να το ζήσει στον υπέρτατο βαθμό. Για άλλη μια φορά το κουβάρι του μυαλού της είχε μπλεχτεί και όσο αυτή δεν τράβαγε να ξεχωρίσει τις κλωστές, θα μπλεκόταν όλο και περισσότερο. Τα δάχτυλα της όμως είχαν αγκυλωθεί, είχαν μουδιάσει από το ίδιο το δηλητήριο που μαζεψε πάλι το σώμα της, μετά την νύχτα με το Μούργο…


























Recent Comments