Volume 2**

** Από τη μια το ζητήσατε, από την άλλη, Αυγουστος μπαίνει, που όρεξη για καινούριο ποστ, οι επαναλήψεις επιβάλλονται! So… Enjoy the rest of the story 😉

ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΚΟΥΦΑΛΑ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ!!! **vol.2

Αφού σαπίσαμε 4 ΩΡΕΣ στον ύπνο, ξυπνήσαμε στις 9 το βράδυ και σηκωθήκαμε με μεγάλη προσπάθεια. Τα μάτια μας κοίταγαν το πάτωμα, για να μην έρθουν σε άμεση επαφή με το φως και στραβωθούμε. Όταν μετά από προσπάθεια καταφέραμε να τα ανοίξουμε κανονικά, κοιταχτήκαμε όλο νόημα και κάναμε αυτόν τον τεράστιο διάλογο:

– Τι κάνουμε?

– Καφέ…

– Μουου…, μετά? (εγώ είμαι αυτή)

– Ότι θες…

– Βόλτα?

– Βόλτα.

Σε κανά μισάωρο λοιπόν, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, βάλαμε ότι βρήκαμε μπροστά μας – εγώ όλως τυχαίως έβαλα το καινούριο μου τζινάκι – και φύγαμε σχετικά σύντομα γιατι ξέραμε πως αν το καθυστερούσαμε και πολύ θα ξανακοιμόμασταν σε χρόνο ντε-τε. Ο Μπισκότος μου έβαλε ένα μπλουζάκι που είχε πάρει από ενα μαγαζί τις προάλλες και που το μισό ήταν ξεβαμμένο από τον ήλιο αλλά δεν το πήρε χαμπάρι, ούτε μετά δηλαδή το είδε (άντρες…), εγώ το είδα. Όταν πήγαμε να το αλλάξουμε το πρωί, το στοκ είχε κλείσει δια παντώς! Αυτό φόρεσε λοιπόν, και ένα τζιν που έχει λιώσει πάνω του και βγαίνει η τσέπη από το σκίσιμο καθώς και το γόνατο ολόκληρο, από άλλο πιο μεγάλο σκίσιμο, αλλά είναι της μόδας (λέει ο Ψινάκης μου). Εγώ φόρεσα ένα κοντομάνικο που έχει μπει στο πλύσιμο και έχει φτάσει μια παλάμη πάνω από τον αφαλό, προϊστορικό και αυτό. Τα μαλλιά μας άλουστα και χάλια, και εγώ κουβάλαγα και αυτήν την τεράστια τσάντα από το περιοδικό – η οποία, με έχει καταβολέψει πλάκα πλάκα.

Όπως καταλαβαίνετε, η αμφίεση μας ήταν αυτή γιατί δεν είχαμε σκοπό να πάμε πουθενά παρά μόνο καμιά βόλτα με το αμάξι και κανά περίπατο στο Ζάππειο. Έλα μου όμως που εγώ είχα πάρει φόρα και δεν το είχα καταλάβει νωρίτερα – να βάλω έστω λίγο μάσκαρα… Με το που μπήκαμε στο αυτοκίνητο, τρώω την πρώτη φλασιά. Κάπου είχα ακούσει πως στο Γκάζι, είναι κάτι μπαράκια που κάθεται έξω ο κόσμος, χύμα στο δρόμο, και πίνει το ποτάκι του ακούγοντας μουσική, τύπου νησί. Σκέφτομαι λοιπόν καθώς με χτύπαγε το αεράκι και άρχιζε να λειτουργεί το μυαλό μου, πως ίσως να μπορούσαμε να πηγαίναμε για ποτό εκεί, γιατί δεν θα με έπιανε άγχος, ούτε θα ένιωθα εγκλωβισμένη, όποτε γουστάραμε θα αφήναμε τα ποτήρια στο δρόμο και θα την κάναμε. Σκέφτηκα προς στιγμήν το ντύσιμο, αλλά μπροστά στην επιθυμία να πάω για ποτό, που προέκυψε για πρώτη φορά μετά από 6 μήνες μέσα, χέστηκα για το λετσαριό που είμασταν…

Αν λοιπόν το βράδυ του Σαββάτου, είσασταν στο «Γκαζάκι» και κάπου κοντά σας ήταν δυο γυφτάκια που κοίταζαν γύρω γύρω σαν χαμένα, εμείς ήμασταν! Ήταν απίστευτο συναίσθημα, βλέπαμε τον κόσμο πέρα δώθε, ακούγαμε μουσικές, ομιλίες, και όσο και φυσιολογικά να είναι αυτά για τους υπόλοιπους, για μας που είχαμε να πάμε σε μαγαζί μισό χρόνο, ήταν σαν πάρτυ στο γυμνάσιο. Τόσο έντονο… Αφού ξεψαρώσαμε και αρχίσαμε να συνηθίζουμε, αρχίσαμε τις γυφτιές, σαν γυφτάκια που είμασταν ντυμένα. Ζητήσαμε 5 φορές ποπ-κορν από την γκαρσόνα, η οποία μας έγραψε στο …χμ.. της, εντελώς. Μετά παίρναμε μάτι μία παρέα με 2 ζευγάρια, το ένα εκ των οποίων είχε λιώσει από τον έρωτα, κοιταγόντουσαν βαθιά και φιλιόντουσαν και είχαν γράψει το άλλο ζευγάρι στα ..χμ.. τους, οι οποίοι προσπαθούσαν να το παίξουν άνετοι οι άμοιροι… Και ήταν και ένας άλλος, που καθόταν μόνος του στο δρόμο και η γκαρσόνα βγήκε 3 φορές στο δρόμο να του πάρει παραγγελία! Εδώ που τα λέμε, στο δρόμο καθόταν ο άνθρωπος, δεν ήταν υποχρεωμένος να πιει κάτι . Και εμείς που πληρώσαμε 14 ευρώ για μία μπύρα και ένα ποτό, λέμε την επόμενη φορά να τα πάρουμε από το σπίτι και να πάρουμε και μια σακούλα ποπ κορν και να κάτσουμε εκεί, τα γυφτάκια, χεχεχε…

Τεσπά, κάποια στιγμή είπαμε να την κάνουμε και εκείνη την ώρα βλέπουμε το μπολάκι να έρχεται… Τα φάγαμε όλα σε 5 λεπτά και φύγαμε. Καθώς ανεβαίναμε με τα πόδια προς Πειραιώς που είχαμε παρκάρει, γινόταν ο κακός χαμός. Μια κοπέλα που ανέβαινε με το αμάξι της βρισκόταν μούρη με μούρη με σειρά 10 αυτοκινήτων που ερχόντουσαν ανάποδα. Αυτή είχε μουλαρώσει και δεν έκανε όπισθεν να φύγει, είχε πάρει την αστυνομία και περίμενε να έρθει να τους γράψει όλους. Εμείς αράξαμε εκεί και χαζεύαμε να δούμε τι θα γίνει… Πέρναγε ο κόσμος και μας ρώταγε τι συμβαίνει και εμείς είχαμε πορωθεί και εξηγούσαμε. Σε όποιον εξηγούσαμε, αναλύαμε μαζί του, ποιος έχει δίκιο. Αυτή ή αυτοί? Μετά καθόντουσαν και έτσι γίναμε μια μεγάλη παρέα. Μια κοπέλα μου χάρισε και ένα βασιλικό σε γλαστράκι, που έδιναν οι Σαρδέλλες στους πελάτες που τρώγανε εκεί και είχε και ένα σημαιάκι «SAVE EARTH» (την ρώτησα, όλο ευγένεια, α τι ωραίο, που το βρήκες?).

Τελικά να μην τα πολυλογώ αυτό τράβηξε κανά τέταρτο και βάλε, μέχρι που κάποιοι σε κατάσταση αλλοφροσύνης, κατεβήκαν από τα αμάξια τους, πήγαν και της κουνάγαν το αυτοκίνητο και την βρίζανε, φοβήθηκε αυτή και την έκανε. Έπεσε και το ανάλογο χειροκρότημα φυσικά. Εμείς το ψάξαμε το θέμα, ο δρόμος τελικά είναι διπλός, απλώς απαγορεύεται η είσοδος από Πειραιώς. Την ώρα που μπήκαμε στο αμάξι μας, ακούσαμε την αστυνομία να έρχεται… στην ώρα της όπως πάντα!

20051191996197494894995tn8

Γυρνώντας σπίτι βάλαμε το cd2 του Βασίλη από την live συναυλία στο Ηρώδειο, που ήταν από τις καλύτερες στιγμές του. Το διπλό αυτό cd, μας έχει συντροφεύσει σε πολλά ταξίδια, και συνήθως το cd1 στο ξεκίνα και το cd2 στο γύρνα. Όταν αράξαμε το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι, έβαλα δυνατά το τελευταίο κομμάτι με το οποίο κλείνει ο Βασίλης τις συναυλίες του, χρόνια τώρα…

….Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε
και τους βαρέθηκα, δεν τους μπορώ
να ξενυχτίσουμε και να μεθύσουμε
να τους ξεχάσουμε όλους εδώ…..

Το τραγουδήσαμε όλο, χτυπιόμασταν σαν χαζά μέσα στο αμάξι και όταν τελείωσε κοιταχτήκαμε και είπαμε:
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη!!!

*η γνωστή ατάκα, που ο Βασίλης κάθε που τελειώνει μια συναυλία του, λέει μαζί με το κοινό. Μαζί με μας… Πάντα!

_________________

αυτο τα 2 ποστ γραφτηκαν τον Σεπτεμβριο του 2007… (το γκαζι ουδεμια σχεση εχει με το σημερινο…)

Τι σημαίνει blogging??

– Να κλείνεις 2 χρόνια στη blogosfaira, και να καθεσαι να διαβαζεις οτι εχεις γραψει, μια να γελάς και μια να κλαις… ανα καλύπτοντας κείμενα σαν και αυτό:

ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΚΟΥΦΑΛΑ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ!!! **vol.1

Είχα πει και είχα κράξει! Αν δεν πάω να πάρω ένα τζιν το Σαββάτο το πρωί θα ‘μαι μεγάλη ρόμπα. Δηλαδή όσο και να λυπάμαι για το καινούριο μου ντιζελάκι που το είχα βάλει σε 12 άτοκες δόσεις και ακόμα είμαι στην έκτη, πρέπει να το παραδεχτώ! Δεν κουμπώνει βρε αδερφέ, δεν κλείνει το γαμημένο το κουμπί, τι να κάνουμε! Εντάξει, βρήκα μια πατέντα, έβαλα μια ζώνη και άφησα το κουμπί ξεκούμπωτο για να μπορώ να αναπνέω, αλλά πάλι φαινότανε, και έτσι έβαλα και μία ζακέτα στη μέση τύπου «ζεστάθηκα και βαριέμαι να την κουβαλάω», μέχρι που χρειάστηκε να την φορέσω την Παρασκευή το βράδυ, γιατί έμπαζε, ε και εκεί είπα τα περί ρόμπας που προανέφερα.

Έτσι λοιπόν με την τσίμπλα στο μάτι, εκεί κατά τις μία το μεσημέρι δηλαδή, του Σαββάτου, κινήσαμε να πάμε για σόπινγκ… Ιδανικό μέρος, δύο χιλιόμετρα παρακάτω, στο ναό της Νέας Σμύρνης (προσκυνάω) τα στοκατζίδικα! Και φυσικά στο καλύτερο, το στοκ της ντίζελ. Μπαίνουμε μέσα, γινόταν το έλα να δεις. Εγώ αποφασισμένη, δεν πτοούμε, στην μπάντα η αγοραφοβία, πάω καρφί στον σέηλζμαν και του λέω με νάζι – κλασικά – για να με περιποιηθεί:

– Καλημέρα, θα ήθελα ένα τζιν σε φαρδιά γραμμή και θα ήθελα να με βοηθήσετε λίγο, γιατί μέχρι τώρα φοράω τα σίγγαρετ αλλά με κουράσαν και να, θέλω κάτι πιο λουζ, πιο χαλαρό… (τι να έλεγα, ότι πνίγομαι στα τσιγαρόνια τζιν και θα πάθω ασφυξία, λόγω των μπισκότων?).

Μου δείχνει λοιπόν ένα παντελόνι, το οποίο φαινόταν ότι θα χώραγε 2 Φάβες μέσα. Καλά, είπα μέσα μου, άμα μου αρέσει αυτό να με φτύσεις. Σαν τσουβάλι θα μου είναι. Το φοράω διστακτικά, πάω να το κουμπώσω, μπαααααα. Ε μα μάνα μου, δε φταίει η γραμμή, το νούμερο φταίει, το κέρατό μου! Τεσπά, βγαίνω να το δω και τρελαίνομαι. Ξαφνικά ήμουν ίσα με 17 χρονών, αλάνι και έτσι, με το φαρδοχαμηλοτσεποκάβαλο ντιζελάκι. Το ερωτεύτηκα σου λέω! Άσε που ανεπνέαν τα ποδαράκια μου, κυκλοφορούσε ο αέρας, από το μπατζάκι ίσα με το βρακί. Περπάταγα και ένιωθα τον αέρα να πηγαινοέρχεται, καλό ε? Πάω πάλι στον κυριούλη τον καλό και του ζητάω το 29. Μην τα πολυλογώ – καλά θα σας πρήξω, δεν παίζει θέμα, ήταν να μην πάρω φόρα – το πήρα και την κάναμε, μαζί με κάτι ψιλά ακόμα (τρεις φορές πήγαμε στο ταμείο, ρεζίλι είχαμε γίνει). Το γέλιο το μεγάλο το είχε η κυρία στο ταμείο, η οποία εξηγούσε στην μπροστινή μου, το γιατί δεν το κατάλαβα, ότι τους γκέι τους ενοχλεί άμα τους πεις πούστηδες:

– Δεν καταλαβαίνω, αφού στα ελληνικά είναι πούστηδες, γιατί τους ενοχλεί? Ενώ άμα τους πεις γκέι δεν τους πειράζει. Περί ορέξεως…

Όταν ήρθε η σειρά μας της είπα:

– Το ξέρετε πως ο Θεός πήρε ένα πλευρό από τον Αδάμ και ένα από την Εύα, και έφτιαξε τον Ευαδάμ από τον οποίο κατάγονται οι γκέϊ… αργότερα τον είπε Μπάρμπαρα. Βέβαια σχετικά με αυτό υπάρχουν απόκρυφα κείμενα, τα λεγόμενα «ευαγκέϊλια»! (α ρε αθάνατε Αρκά!).

Εξερχόμεθα τελικά με κόπο από το μαγαζί και κινούμεθα προς τον άλλο ναό του σόπινγκ, το δίπτυχο: ιντιμίσιμι+σίσλει στην Ομήρου. Οκ παιδιά, εδώ κόλλησα…- κάποιος φρίκαρε, ονόματα δεν λέμε… Δεν υπάρχει δηλαδή καλύτερο πράγμα, από το να συνειδητοποιείς πως τα δύο αγαπημένα σου μαγαζιά έχουν φέρει ένα κάρο καινούρια ρούχα και εσώρουχα, ενώ την προηγούμενη έχει έρθει ο Μίμης επίσκεψη και σε τρελά κέφια επειδή πάχυνα ( χαίρεται που πάχυνα και που τώρα είμαι στα κιλά που πρέπει κλπ κλπ), να μοιράζει μαγικά χαρτάκια (τα φάγαμε όλα μπαμπάκοοοοοο, χεχεχε).

Όταν γυρίσαμε σπίτι τα ανοίξαμε όλα τα ψώνια, τα φορέσαμε, μετά τα βγάλαμε, τα πετάξαμε στους καναπέδες, παρατήσαμε τις σακούλες σκόρπιες στο πάτωμα, μείναμε με τα βρακιά και ξυπόλητοι και παραγγείλαμε ακριβό ντιλίβερι τρώγοντας και τα τελευταία ευρούλια ( δεν ανοίξαμε με το βρακί στο ντιλίβεριμαν, πάντα υπάρχει μια βερμούδα πρόχειρη). Μετά σαπίσαμε 4 ΩΡΕΣ στον ύπνο ξυπνήσαμε στις 9 το βράδυ και.. … και η συναρπαστική (για τα δικά μου πάντα δεδομένα) συνέχεια στο επόμενο, κουράστηκα… Αμάν πήγε 4:30! * θα καταλάβετε στο volume 2… 🙂

***************************

απο το το φαβα με κρεμμυδι, που πια εχει περασει σε ιδιωτική χρηση…

Να τα χιλιάσεις μπλογκάκι μου!!!

Και μια φωτογραφία αφιερωμένη σε όλους, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούριοι 🙂

2

ps. αραγε θυμαται κανεις τι εγινε στο vol.2???

What?

24

Σαββάτο μεσημεράκι

– Μωρό έρχομαι, τώρα φεύγω από το γραφείο, θες κάτι να σου φέρω?

– Ε?

– Βρε ακόμα στο κρεβάτι είσαι? Άντε σήκω, θες κάτι να σου φέρω?

– Cookies απο τον Βενέτη, καμια δεκαπενταριά.

Έχω συρθεί από το κρεβάτι μέχρι το μπάνιο, αποφασισμένη να γίνω «άνθρωπος». Ανοίγω το νερό και ξεκινάω τις διαδικασίες ανασυγκρότησης. Λούσιμο, τρίψιμο, ξύρισμα, πασαλείματα κλπ. Επειδή μ΄αρέσουν οι γρήγορες μάσκες στα μαλλιά, έχω καταργήσει το κοντίσιονερ και βάζω μάσκα. Μέχρι να ξυρίσω τα πόδια, έχει γίνει το μαλλί αλοιφή.

Στο περβάζι από το παραθυράκι του μπάνιου έχω αφήσει τα γυαλιά μου και το κινητό. Είμαι λοιπόν στην φάση που απλώνω με ευλάβεια την μάσκα στα μαλλιά και χαίρομαι που επιτέλους θα γίνω «άνθρωπος». Και εκείνη την στιγμή χτυπάει το κινητό με τον ήχο που σημαίνει: Μωράκι. Με πασαλειμένα τα χέρια τι να πρωτοκάνω, να ανοίξω το κινητό, να βάλω τα γυαλιά, τι? Και άμα έπαθε κάτι? Φτου γαμότο, γρήγορα. Ξεπλένω τα χέρια, τα σκουπίζω, βάζω τα γυαλιά, πιάνω το κινητό…

– Έλα, τι?

– Μου είπες να σου φέρω κάτι, δεν θυμάμαι…

(Α καλά, το έχει κάψει, το κακόμοιρο)

Ναι σου είπα, cookies απο τον Βενέτη

– Πάλι cookies? Προχθές δεν σου πήρα ένα κουτί? Πόσα τρως την ημέρα?

(Τα νερά να στάζουν, τα γυαλιά να έχουν θολώσει, και εγώ να πρέπει να μετράω μπισκότα!)

Ε, πέντε, έξι, δεν ξέρω! Άσε με τώρα, κάνω μπάνιο!

Κλείνω το τηλέφωνο, πιάνω τον αφρό και κάνω τα πόδια μου μπαμπακέ. Αρχίζω λοιπόν το ξύρισμα, κλασικά, από κάτω προς τα πάνω για να αντέξει το ξυράφι που είναι στα πρόθυρα αλλαγής και δεν έχω ανταλλακτικό όπως πάντα! Μόλις φτάνω πάνω απο τα γόνατα σταματάω. Κοιτάω, ξανακοιτάω. Μαλάκα μου, πως στρογγύλεψε έτσι το μπούτι μου? Λες να φταίνε τα μπισκότα? Θα τον πάρω να μην μου φέρει, κάτσε να τον πάρω. Δεν προλαβαίνω να το σκεφτώ ξαναχτυπάει ο ήχος «μωράκι». Ξανά μανά, πλύνε χέρια από τους αφρούς, σκούπισε, βάλε γυαλιά, πιάσε κινητο…

– Έλαααα

– Μωρό δεν έχει, τι να σου πάρω?

– Τίποτα, τίποτα!!

– Σίγουρα?

– Ναι σου λέω, ναι.

Ουφ, ευτυχώς. Καλύτερα να τα κόψω λίγο, γιατι σε λίγο θα έχω θέμα. Αυτό μας έλειπε τώρα. Όλα τα ‘χε η μαριορή, τα extra pounds της λείπανε! Είπαμε να αποκτήσουμε καμπύλες, αλλά μην το παραχέσω. Τελειώνω τέλος πάντων τις διαδικασίες της λεγόμενης «ανθρωποποίησης», τυλίγομαι με την πετσέτα με τους ιππόκαμπους και με μαλλί τουρμπανέ, εξέρχομαι από το θολό τοπίο. Έκείνη την ώρα έρχεται ο μπισκότο-μαν χωρίς μπισκότα. Με κοιτάει, τον κοιτάω, κοιταγόμαστε…

– Τι?

– Τι τι?

– Είπα τίποτα?

– Μα με κοιτάς παιδί μου, περίεργα, αφού σε βλέπω! (λέω με ύφος)

Μου γελάει και κάθεται στον καναπέ. Δεν άντεξα, βγάζω την πετσέτα και του λέω

– Έχω παχύνει? Πες, έχω παχύνει? Γιατι μου είπες για τα μπισκότα, εσύ πάντα μου έφερνες, γιατίιιιι?

Με κοιτάει ερευνητικά. (Δεν κατάλαβα, παίζει σενάριο να μου την πει τώρα? Δεν υπάρχει περίπτωση!) Στέκομαι τσιτσίδι και περιμένω τον Ψινάκη να με κρίνει.

– Γύρνα λίγο, μου λέει

(Α στο καλό μωρέ, με δουλεύει, να με θαυμάσει θέλει το μωρό μου, αχ τι χαζή που είμαι…) Παίρνω λοιπόν τα πάνω μου, γυρνάω όλο χάρη και τσαχπινιά και ενώ περίμενα να ακούσω σχόλιο «μπιπ» ακούω:

– Ναι μωρό, έχεις στρογγυλέψει δεξιά και αριστερά. Για να προσέχουμε λίγο, ε?

What?

_________________

Βάσικα μόλις διαβάσατε ποστ σε επανάληψη, δεν σας πειράζει ε? Εχμ, εξαντλήθηκα από το φασιον γουικ μωλε… Το οριτζιναλ άρθρο εδώ. 😛